Τις παρακάτω μαντινάδες έγραψε η Αντωνία Μηλογιαννάκη, με αφορμή τον 1ο Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό, του οποίου η βραδιά απονομής των βραβευθέντων έγινε στα Χάρκια στις 5 Αυγουστου του 2006. Η κα Μηλογιαννάκη, έτυχε να βρίσκεται εκείνο το βράδυ στα Χάρκια και έγραψε:
Σ’ ένα χωριό, στο Ρέθεμνος, ήμασταν καλεσμένοι
σε γλέντι, απού τση καρδιάς, ούλες τσ’ άρρωστιες γιαίνει.Τα Χάρκια ‘ναι μικιό χωριό, μα ‘χει τρανούς αθρώπους,
χορευταράδες σαν αυτούς δεν είδα σ’ άλλους τόπους.
(Λίγοι ‘ναι δα οι χορευτές, οι γνήσιοι κι οι ντρέτοι,
οι πλια ταιριάζουν σε μπερντέ για καραγκιοζοπαίχτη.
«Μπαλέτο» τη μ-παράδοση την έχου γ-κανωμένη,
για ξένους μουσαφίρηδες, φρεσκοξεφουρνισμένη).Στο σείσμα και στο λύγισμα, στο νάζι και στο πάσο
και στον χορού το τσάκισμα είπα: «το νου θα χάσω».Χοροί πιτήδειοι και σεμνοί, με γνώση κι αξιοσύνη,
να τσοι χει ο θιός πάντα καλά κι υγειά να τωνε δίνει.Μουδέ την όψη αλλάξανε, μουδέ τη φορεσιά τους
κι αξία ‘δώκα ντου χορού, μόνο με τα φτερά τους.Τάξε κι η Κρήτη απάνω τους ήταν ακουμπισμένοι
κι ούλοι τωνε ζηλέψαμε, στο ζάλο, οι καλεσμένοιΜε χάρη, με σεμνότητα και με ταπεινοσύνη,
καρδιά και νου μας ‘κλέψανε κι έχουνε ‘κειά ξωμείνειΒιόλες, τση Κρήτης η ψυχή, κι όμορφα κυπαρίσσια,
θάρρος τση και παρηγοριά, στα έθιμα τα ίσιαΚαι ‘σεις, αν είστε Χρισιανοί και Κρητικοί λογάστε,
να πα να ιδείτε ομορφιές, να τσι μεταδηγάστεΜοιάζει με αετοφωλιά, στο κορφοβούνι απάνω
κι εγώ θα το ξανανεβώ, όξω κι αν αποθάνωΚαι ας είν’ καλά ‘που στρώσανε τσι τάβλες με τα πιάτα,
με τα ραέθια τα παλιά, τ’ άξια νοικοκεράτα.Να γεύεσαι τσ’ ονοστιμιές, να γλύφεις τα δαχτύλια
και να γροικιούνται οι μυρωδιές χιλιόμετρα και μίλια.Τση μάνας μου θυμήθηκα, τσ’ άχνες τω μαγεριώ τζη
και ξυπνητή ‘νειρευτηκα τα έργα τω χεριώ τζη.Ν’ αγιάσουνε ‘που βρίσκουνται στο μαυρισμένον Άδη,
όσες αναστορήθηκα τ’ όμορφο κείνο βράδυ.Λογιώ-λογιώ τα φαητά, που κάτεχα, θωρώ τα
-ε! Χαρκιανές μαγέρισσες. τα χέρια σας φιλώ τα!Παιδιά δεν ήσανε λαγοί, δεν ήσανε περδίκια,
μ’ αντρίκεια, στσι μαγέρισσες, πρεπουνε συχαρίκια.
Πέντε τ’ Αυγούστου ήτονε το κάλεσμα να πάμε
κι αφού δε ετουρκέψαμε, είντα ‘θελε να φάμε;Μασέ καλοδεχτήκανε σαν να ‘σαν εδικοί μας
και δε μασε χαλάσανε ποθές την όρεξη μας.Χωριό κι αθρώπους δύσκολο ποτέ να τσοι ξεχάσω,
θα τσοι θυμούμ’ ώστε να ζω, όξω κι ανέ ντα χάσω.Και ‘κείνου απού κουράστηκε του Βενιανάκη πρέπει
να ‘ναι γερός και δυνατός, θεός να τονε βλέπει…

Γράψτε ένα σχόλιο
Ροή σχολίων γι' αυτό το άρθρο